σάγα

Ανώνυμη αφήγηση σε πεζό λόγο που εμφανίστηκε το 10o περίπου αι. στους νορβηγικούς πληθυσμούς που είχαν μετανάστευση στην Ισλανδία και δημιούργησε μεγάλη προφορική παράδοση, που άρχισε να γίνεται και γραπτή από τα τέλη του 12ου αιώνα. Αν και πολλοί πίστεψαν ότι βρήκαν ίχνη ανάλογων λογοτεχνικών μορφών και σε άλλες γερμανικές ομάδες, μπορεί να λεχθεί ότι η σ. είναι φαινόμενο αποκλειστικά του Βορρά και αντιπροσωπεύει μια βασική πηγή της νορμανικής λογοτεχνίας. Δημιούργημα της φιλοδοξίας των σημαντικότερων ισλανδικών οικογενειών, που ανάθεταν στους λεγόμενους «σαγκνάμεν» (ανθρώπους με εξαιρετική μνήμη και αφηγηματικό ταλέντο) να αφηγηθούν την ιστορία των προγόνων τους, η σ. κατάληξε να αφηγείται τα κατορθώματα των βασιλιάδων της Νορβηγίας (Konungasorum = σάγες των βασιλιάδων) και τελικά, όταν οι αρχικές χρονογραφικές προθέσεις αντικαταστάθηκαν με φανταστικά και μυθολογικά στοιχεία, έγινε νέα επεξεργασία σε πεζό λόγο των θρύλων των ηρώων και των αρχηγών του παλιού καιρού (Fornaldarsogur = σάγες του παλιού καιρού). Ιδιαίτερα αξιόλογες ανάμεσα σ’ αυτές είναι οι σ. που είναι εμπνευσμένες από τον κύκλο των Νιμπελούνγκεν κι εκείνες που μεταφράστηκαν ή μεταπλάστηκαν πάνω σε ιπποτικά και επικά ποιήματα (Riddarasogur = ιπποτικές σάγες)· οι τελευταίες δημιουργήθηκαν το 14o αι. και συνδέθηκαν κυρίως με τον καρολίγγειο και το βρετονικό κύκλο. Έπειτα από τον εκχριστιανισμό των λαών αυτών, πάνω στον παραδοσιακό τύπο της σ. γράφηκαν αγιογραφίες, βίοι αγίων και ιστοριογραφικά έργα διάφορων ειδών. Το ύφος τους λιτό, σοβαρό, χωρίς λογοτεχνικούς εξωραϊσμούς, μόνο επιφανειακά μπορεί να θεωρηθεί άχρωμο: πραγματικά, τόσο τα γεγονότα όσο και τα πρόσωπα διαγράφονται με εξαιρετικά δραματικές αντιθέσεις. Τα θέματα -αντεκδικήσεις, αιματηρά γεγονότα, άγριες συγκρούσεις παθών, μίση - είναι σχεδόν πάντα τραγικά και διαποτισμένα από μια μοιρολατρία πικρή που αποτελεί και το βασικό τόνο τους.
* * *
(I)
η, Ν
εντομολ. γένος μεγάλων πράσινων ορθόπτερων εντόμων μήκους μέχρι και 8 εκατοστομέτρων.
————————
(II)
η, Ν
βλ. σάγκα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ακρίδα — Κοινή ονομασία εντόμων που ανήκουν στις υποτάξεις των ξιφοφόρων και των κοιλοφόρων. Διακρίνονται εύκολα μεταξύ τους γιατί τα πρώτα έχουν πολύ μακριές και νηματοειδείς κεραίες, ενώ τα δεύτερα κοντόχοντρες· επιπλέον τα ξιφοφόρα έχουν μακρύ… …   Dictionary of Greek

  • σάγκα — και σάγα και ζάγκα, η, Ν ονομασία λογοτεχνικού είδους τής βόρειας Ευρώπης στο οποίο συγκαταλέγονται μύθοι και θρύλοι, βίοι αγίων, ηθοπλαστικές ιστορίες, παραλλαγές ξένων μυθιστοριών και αφηγήσεις τής ιστορίας τής Ισλανδίας και τής Σκανδιναβίας,… …   Dictionary of Greek

  • Έγκιλ Σκαλαγκρίμσον — (Egill Skallagrimson, 10ος αι.). Ισλανδός ποιητής. Η σάγα (μύθος), που φέρει το όνομά του, αφηγείται τα ένδοξα κατορθώματά του και περιέχει, εκτός από μερικά αποσπάσματα, τρία από τα ποιήματά του. Από τον μύθο προβάλλει η φυσιογνωμία ένδοξου… …   Dictionary of Greek

  • Σιμπέλιους, Γιαν — (Sibelius). Φιλανδός συνθέτης (Ταβαστέχις 1865 Γαίρβενπαιαι, Ελσίνκι 1957). Εκδήλωσε το ενδιαφέρον του για τη μουσική μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον (μουσικές βραδιές με τις αδελφές του), στα όρια του ευγενέστερου ερασιτεχνισμού, ενώ ακόμα… …   Dictionary of Greek

  • Τεγκνέρ, Ησαΐας — (Tegner, 1782 – 1846). Διάσημος Σουηδός ποιητής. Η πρώτη του ασχολία ήταν υπάλληλος σε εμπορικό γραφείο, αργότερα σπούδασε θεολογία και φιλοσοφία στο πανεπιστήμιο του Λουντ. Το 1805 έγινε υφηγητής της αισθητικής και από το 1812 διορίστηκε… …   Dictionary of Greek

  • Τενέρ, Ησαΐας — (Tegnér, Κίρκερουντ 1782 – Έστραμπο, Βέξιαι 1846). Σουηδός ποιητής. Πήρε το δίπλωμά του στο πανεπιστήμιο του Λουντ, όπου έγινε βοηθός καθηγητής της αισθητικής και, το 1812, καθηγητής της ελληνικής φιλοσοφίας. Θέμα των πολυάριθμων νεανικών… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.